Hint! Μπορείς να ανεβάζεις την άποψή σου, αφού πρώτα γίνεις μέλος της παρέας μας εδώ. Είσαι μέσα, λοιπόν;

Ο κόκκινος θυμός
Συγγραφέας: Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
Σχεδιασμός Εξωφύλλου: Κατερίνα Χαδουλού
Ηλικία:14+
Λέξεις κλειδιά: σχέση μητέρας-γιου, Νεότερη Ιστορία, ναρκωτικά, ζωγραφική, εισβολή στην Κύπρο, αγάπη
ISBN:9789601612003 , Σελίδες:280 , ΒΚΜ:05200
Διάβασε απόσπασμα από το βιβλίο: doc, html

Περίληψη

Ο δεκαεφτάχρονος Απελλής βρίσκεται στην τελευταία τάξη του Λυκείου και η επαγγελματική του αποκατάσταση τον απασχολεί ζωηρά. Το κληρονομημένο από τη μητέρα του ταλέντο στη ζωγραφική είναι δεδομένο, αλλά οι δικοί του (εκείνη και ο πατριός του) πιστεύουν ότι το καλύτερο γι’ αυτόν θα ήταν να σπουδάσει αρχιτεκτονική, για να έχει ένα πιο σίγουρο μέλλον. Τη γνώμη τους την έχει αποδεχτεί ο Απελλής και ο επαγγελματικός του προσανατολισμός φαίνεται οριστικός.
Ώσπου, λίγο πριν από τις διακοπές των Χριστουγέννων, ένας διάσημος κριτικός τέχνης, ο Ελληνοκαναδός Μάικ Τζίσεν, επικοινωνεί ξαφνικά με τον Απελλή. Ζητάει να τον συναντήσει και τον πληροφορεί ότι έχει τα προσόντα για μια υποτροφία στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μόντρεαλ, για την οποία θα φροντίσει προσωπικά εκείνος. Η Νιόβη, ο μεγάλος έρωτας του Απελλή, τον καλοτυχίζει, όμως εκείνος, παρόλο που ενθουσιάζεται με την απρόσμενη ευκαιρία, βρίσκεται σε δίλημμα. Ποιος είναι στ’ αλήθεια ο ουρανοκατέβατος αυτός «μαικήνας»; Τι τον έκανε να πλησιάσει τον Απελλή έτσι ξαφνικά; Ψάχνει και βρίσκει κάποια στοιχεία γι’ αυτόν στο διαδίκτυο, αλλά η ταυτότητά του παραμένει μυστήριο. Κι έπειτα, ποιος είναι ο παράξενος άνθρωπος που συναντάει απρόσμενα σ’ ένα καφενείο των Εξαρχείων και που κάτι του θυμίζει; Τέλος –το κυριότερο– ξέρει ότι η μητέρα του δε θα ακούσει με χαρά αυτά τα σχέδια. Η σχέση των δυο τους είναι ιδιαίτερη και συναισθηματικά φορτισμένη. Έχουν περάσει πολλά με σημαντικότερο ότι η Κλειώ γέννησε τον Απελλή στα δεκάξι της. Ο πατέρας του την είχε εγκαταλείψει μόλις είχε μάθει για την εγκυμοσύνη της.
Η ιδιαίτερη οικογενειακή κατάσταση του Απελλή, ο πατέρας που δε γνώρισε ποτέ, η αδυναμία που έχει στη μητέρα του, το πρόβλημα της υγείας της και τα νέα για την υποτροφία που θα τον απομακρύνει από κοντά της δημιουργούν έναν εκρηκτικό αναβρασμό μέσα του, που απεικονίζεται εύγλωττα στον πίνακα που δουλεύει αυτόν τον καιρό. Είναι ένας πίνακας με περίεργα σχήματα, στον οποίο χρησιμοποιεί υπερβολικά όλα τα έντονα κόκκινα.
Η Νιόβη και ο πατριός του ερμηνεύουν με τον ίδιο τρόπο τον πίνακα: τους μεταδίδει μια αίσθηση ταραχής και θυμού. Ο Απελλής απορεί και αναρωτιέται γιατί. Θα χρειαστεί να παλέψει πολύ ώσπου να καταλάβει ότι έχει καταχωνιάσει τον γερά ριζωμένο θυμό του κάπου πολύ βαθιά και αρνείται να παραδεχτεί την ύπαρξή του.
Το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα είναι το χριστουγεννιάτικο δωδεκαήμερο από 23 Δεκεμβρίου ως 4 Ιανουαρίου με δύο φλας μπακ: στη δεκαετία του ’90 και στην εισβολή στην Κύπρο το 1974. Αυτές οι δώδεκα μέρες θα συγκλονίσουν τον Απελλή, θα αλλάξουν τη ζωή του και θα επαναπροσδιορίσουν τη σχέση του με τη μητέρα του, αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Soundtrack

Μουσική
Άκουσε το τραγούδι «Spentelestelle» με την EmmaShapplin

http://www.youtube.com/watch?v=18mHMEqYEF8

http://www.youtube.com/watch?v=BBUGn2OFcz8

http://www.youtube.com/watch?v=4NZTzGh-jyw

http://www.youtube.com/watch?v=HhvjyNTm640

μπες στο site των Διάφανων κρίνων και διάβασε τους στίχους από τα cd «΄Εγινε η απώλεια συνήθειά μας» και «Ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές»:
http://www.diafanakrina.info/sitegr/?page_id=9
http://www.diafanakrina.info/sitegr/?page_id=12

Ταινίες
«Μεγάλες προσδοκίες» – σύγχρονη διασκευή του μυθιστορήματος του Ντίκενς με τον ΄Ιθαν Χοκ, την Γκουίνεθ Πάλτροου και τον Ρόμπερτ ντε Νίρο.
http://www.greekbooks.gr/dvd/kinonikes/megales-prosdokies-11.product
http://www.e-shop.gr/show_dvd.phtml?id=DVD.0119
http://culture21century.blogspot.com/2009/08/great-expectations.html

δες το τρέιλερ της ταινίας
www.youtube.com/watch?v=CdE9mJ68Y1I

 

Video

See video

Ο λόφος του Στρέφη.

Κριτικές

«Από τις σημαντικές παρουσίες της σύγχρονης λογοτεχνίας για παιδιά και νέους η Λ. Π.-Α. Με ουσιαστικά εφόδια το ταλέντο της, την ενημέρωση επί των σύγχρονων προβληματισμών γύρω από τα βιβλία για παιδιά, και τη συνέπεια απέναντι στο θέμα που κάθε φορά αντιμετωπίζει [...] Το τελευταίο της μυθιστόρημα έρχεται να προστεθεί σε όλα τα προηγούμενά της [...]. Ο Απελλής, η αγαπημένη του Νιόβη, η μητέρα του κι ο πατριός του, μαζί με κάποια ακόμα πρόσωπα που παίζουν το καθένα το δικό του ρόλο μέσα στο έργο, σκιαγραφούνται με απλότητα μα και επάρκεια. Πρόσωπα καθημερινά μέσα στη καθημερινότητα της πόλης. Μα η Πέτροβιτς ξέρει τους τρόπους το καθημερινό να το μεταφέρει στον αναγνώστη της με τρόπο ζωντανό, ενώ παράλληλα και να το φωτίζει έτσι ώστε να γίνεται μοναδικό, όπως μοναδική είναι η ζωή του κάθε ανθρώπου. Ένα αστικό, με σύγχρονες βάσεις, μυθιστόρημα, που επιβεβαιώνει και το ταλέντο της δημιουργού του, αλλά και εμπλουτίζει τον κόσμο τον μυθιστορηματικό που η ίδια έχει πλάσει».
Κώστια Κοντολέων
εφημερίδα «Αδέσμευτος της Κυριακής», 29 Αυγούστου 2004


«Το μυθιστόρημα αναφέρεται σε θέματα όπως οι σπουδές ενός νέου, του Απελλή, που “έρχεται” έφηβος πια από άλλο μυθιστόρημα της συγγραφέως (Καναρίνι και μέντα) και τα διλήμματα που ορθώνονται ανάμεσα στη θέλησή του για σπουδές στη ζωγραφική και στην επιθυμία των γονιών του να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο [...]. Άλλα θέματα που θίγονται στο βιβλίο είναι τα ναρκωτικά, η ουσία της τέχνης κι επίσης τα ψυχολογικά προβλήματα που ανακύπτουν, όταν τα παιδιά και οι έφηβοι αντιμετωπίζουν το θέμα της πρόωρης εγκυμοσύνης. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί με αριστοτεχνικό τρόπο στοιχεία της πλοκής από τις Μεγάλες προσδοκίες του Ντίκενς».
Γιάννης Σ. Παπαδάτος
Περιοδικό «Κόσμος» της Unicef, τεύχος 58, Φθινόπωρο 2004, σελ. 59


«... Βιβλίο με θαυμάσιο δομή, κρατά σε εγρήγορση το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς τα συμβάντα είναι γεμάτα εκπλήξεις που ζητούν τη λύση τους, οι χαρακτήρες διαγράφονται με αδρές πινελιές και η κάθαρση έρχεται λυτρωτική. Στη διαδρομή της υπόθεσης η συγγραφέας παραλληλίζει και συνδέει άμεσα τον ήρωά της με τον ήρωα των Μεγάλων προσδοκιών».
Αγγελική Βαρελλά
Περιοδικό «Διαδρομές», τ. 16, χειμώνας 2004


«...Το μυθιστόρημα Ο κόκκινος θυμός της Λότης Πέτροβιτς διαθέτει λογοτεχνική γραφή, ώριμο λόγο, ενδιαφέρον θέμα, άριστη τεχνική κα προπάντων πλούσιο ιδεολογικό κόσμο. Και απευθύνεται προς όλους τους αναγνώστες».
Β.Δ. Αναγνωστόπουλος
Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας
(Από την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στις 13.12.2004)

 
«Το μυθιστόρημα αυτό μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής: Η Λ.Π.-Α. μάς αφηγείται τη ζωή των ηρώων της στην αυτόνομη διάστασή τους αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, όπως ένας ζωγράφος αποτυπώνει στον πίνακά του μια σύνθεση χρωμάτων και σχημάτων ή μορφών... “Δενόμαστε” με τους ήρωες που δημιουργεί, όχι μόνον επειδή είναι “παλιοί” μας γνώριμοι, αλλά επειδή πάλλονται από συναισθήματα, δοκιμάζονται από αδυναμίες, αμφιβάλλουν, αγωνίζονται. Με άλλα λόγια εξελίσσονται ως προσωπικότητες, προχωρούν στην αυτογνωσία τους. Διαβάζοντας και αυτό το κείμενο της Λ.Π.-Α. μάς έρχονται στο νου τα λόγια του Πικάσο, που η ίδια μνημονεύει (σελ.197), “όταν τραβώ μια γραμμή, θέλω να νιώθω ότι έχει μέσα της αίμα”. Κάθε σειρά που γράφει νιώθουμε ότι έχει μέσα της αίμα. Αίμα που κυλάει ζεστό στις φλέβες της από την αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους που απλόχερα μοιράζεται μαζί μας με κάθε βιβλίο που γράφει».
Μαρία Τζαφεροπούλου, δ.φ.
Διδάκτωρ των Επιστημών της Αγωγής Πανεπιστημίου Κρήτης
(Από την επίσημη παρουσίαση του βιβλίου στις 13.12.2004)


 «Ένα μυθιστόρημα που απευθύνεται στους νέους αλλά που κάλλιστα μπορεί να διαβαστεί και από τους μεγάλους. Η υπόθεση είναι ελκυστική [...]. Η ώριμη πένα της Λ.Π.-Α. και η φαντασία της μετατρέπουν μια καθημερινή εικόνα ζωής σε πλούσιο, καλογραμμένο και ενδιαφέρον βιβλίο».
Γιολάντα Πατεράκη,
Περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα», τ. 41, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004


«Ένα ώριμο μυθιστόρημα υψηλής πνοής, που συνεχίζει την παράδοση ενός άρτιου λογοτεχνικού λόγου [...]. Η διακειμενικότητα υπάρχει εδώ ως στοιχείο της αφήγησης, αλλά, νομίζω, ο αναγνώστης χαίρεται την ανάγνωση επειδή αυτή η αφήγηση, ακριβώς, κρατιέται σε υψηλό επίπεδο γραφής και επειδή οι χαρακτήρες και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι ντυμένη με υψηλό πολιτιστικό ένδυμα – το ρούχο της Τέχνης! Πέρα απ’ αυτά, το έργο αυτό καθαυτό είναι λίαν ενδιαφέρον ως μυθιστόρημα, γιατί και ακέραιους χαρακτήρες έχει και ανατροπές και σύγχρονα νεανικά προβλήματα χειρίζεται με γνώση και σεβασμό».

Περιοδικό «Αργοναύτης»,
τεύχος 9, Μάιος-Ιούνιος 2005


«Ένα ακόμη καλογραμμένο βιβλίο της Λ.Π.-Α. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες κερδίζει τον αναγνώστη όχι μόνον με την πλοκή και τη δράση του, αλλά κυρίως με την ευαισθησία, την ανθρωπιά και τον αυθορμητισμό των προσώπων [...]. Η συγγραφέας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις στους αναγνώστες της, καθώς τα γεγονότα κλιμακώνονται και οι αποκαλύψεις δίνουν απαντήσεις σε ερωτηματικά και συμπληρώνουν τα κομμάτια του παζλ στην εξέλιξη του μύθου».
Νίκη Σαλπαδήμου,
«Νουμάς», Καλοκαίρι 2005



«Η συγγραφέας προσεγγίζει με απόλυτη γνώση και πειστικό τρόπο το χώρο της ζωγραφικής, αναδεικνύοντας ευαισθησίες, αδυναμίες, αλλά και δυνατότητες των χαρακτήρων των ηρώων της. Εντυπωσιάζει για άλλη μια φορά η δυνατότητα της Λ.Π.-Α. στη σύνδεση των γεγονότων, στις ψυχολογικές της καταδύσεις και στην έκφραση γνήσιων συναισθημάτων, όπως η χαρά, η ευτυχία, η θλίψη, η απογοήτευση, η μοναξιά κ.ά.».
Γιάννης Ανδρικόπουλος
Εφημερίδα «Έρευνα» του Αιγίου, 21.9.2005


Αποσπάσματα από μελέτες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Το υφαντό της Πηνελόπης: Διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου» (Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Βόλος 2008).


Μαρία Τζαφεροπούλου, δ.φ., Φιλόλογος

«Ο κόκκινος θυμός»


Η μακρά και δημιουργική συγγραφική πορεία της Λ.Π.-Α. καλύπτει τρεις και πλέον δεκαετίες και κάθε νέο της λογοτέχνημα αποτυπώνει τα σημεία των καιρών με διαύγεια και ευαισθησία. Ο «Κόκκινος θυμός» έρχεται να επιβεβαιώσει αυτή τη διαπίστωση με τρόπο απτό και άμεσο.
[…]
Στοιχεία δομής
Στη Θεωρία της Λογοτεχνίας ισχύει το επικοινωνιακό σχήμα πομπός-μήνυμα-δέκτης, δηλ. συγγραφέας-κείμενο-αναγνώστης. Κι όταν το κείμενο τυπωθεί, τότε αρχίζει το ταξίδι του, σαν καραβάκι, στη θάλασσα της ανάγνωσης. «Καλοτάξιδο!» ευχόμαστε στον συγγραφέα, όταν κυκλοφορεί ένα νέο του βιβλίο και αυτή η ευχή έχει διττή σημασία: Αφενός σηματοδοτεί την αυτονόμηση του λογοτεχνήματος από τον δημιουργό του και αφετέρου κάθε «ταξίδι» που αυτό θα κάνει με «επιβάτη» τον εκάστοτε αναγνώστη του.
    Το δικό μου «ταξίδι» μ’ έβγαλε σε μιαν απάνεμη ακτή με βότσαλα, διάφανα νερά και ηλιόλουστη γαλήνη. Γιατί αυτό το «καραβάκι» είχε φορτίο του την ΑΓΑΠΗ...
    Άξονας του «Κόκκινου θυμού» είναι η αγάπη. Και η Λ.Π.-Α. δομεί όλο το μυθιστόρημα πάνω σε δυο αντιθετικά –φαινομενικά– συναισθήματα: την αγάπη και τον θυμό/το μίσος. Έντονα και τα δύο. Ταράζουν, συγκλονίζουν, μας σημαδεύουν και βάφουν τη ζωή μας με το κόκκινο, το χρώμα που ερεθίζει την όραση και επιβάλλεται στη μνήμη.
Σχέσεις αγάπης που προκαλούν θυμό καταγράφονται στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Και η συγγραφέας τις «ζωγραφίζει» κυριολεκτικά, αν αναλογιστούμε ότι η ζωγραφική είναι η μεγάλη αγάπη που ενώνει τα τέσσερα κεντρικά πρόσωπα αυτού του μυθιστορήματος: Ο Απελλής και η μητέρα του μοιράζονται το ίδιο εργαστήρι. Η Νιόβη θα έλξει το ενδιαφέρον του Απελλή στην αυλή του σχολείου την ώρα που ζωγραφίζει στο μπλοκ της μια μεγάλη σκουριασμένη άγκυρα, ριγμένη στη στεριά. Ο Μάικ Τζίσεν θα γνωρίσει τον Απελλή μέσ’ από τους πίνακές του και, όπως θ’ αποκαλυφθεί στο τέλος, η γνωριμία του με τη δεκαπεντάχρονηχρονη Κλειώ, τη μητέρα του Απελλή, έγινε στη Σχολή Ηλιάδη, όπου παρακολουθούσαν και οι δύο μαθήματα ζωγραφικής.
Όλες οι διαπροσωπικές σχέσεις σ’ αυτό το κείμενο υφαίνονται γύρω από τη σχέση μάνας-γιου, όπως αυτή προβάλλεται στους δύο πίνακες που κυριαρχούν στο λογοτέχνημα: Ο ένας ανήκει στην Κλειώ και απεικονίζει τον Απελλή στα έντεκά του χρόνια μ’ ένα ψάθινο καπέλο. Δεσπόζει στον κεντρικό χώρο του σπιτιού και αποτυπώνει εύγλωττα όλο την αγάπη που τρέφει η Κλειώ για τον γιο της. Ένα έργο που περιλαμβάνεται σ’ όλες τις ατομικές της εκθέσεις αλλά πάντοτε με την ένδειξη «δεν πωλείται».
Ο άλλος πίνακας είναι έργο του Απελλή. Είναι ο κόκκινος θυμός, τον οποίο αποτυπώνει, χωρίς ο ίδιος να έχει συνειδητοποιήσει τα αίτια ή τους αποδέκτες του. Η Νιόβη είναι εκείνη που θα «αποκρυπτογραφήσει» πρώτη αυτό το συναίσθημα:

- Δεν ξέρω τι έχεις κατά νου, εγώ πάντως βλέπω ήδη ζωγραφισμένο κάποιο έντονο συναίσθημα, καλά κρυμμένο κάτω από μια φαινομενική αταξία, είπε η Νιόβη συλλογισμένη.
- Συναίσθημα καλά κρυμμένο; απόρησε ο Απελλής. Και φαινομενική αταξία; Ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις ακούω. Για λέγε, για λέγε!
- Θέλω να πω πως με την πρώτη ματιά έχεις την αίσθηση ότι όλ’ αυτά τα περίεργα σχήματα μοιάζουν άσχετα μεταξύ τους, όμως αν τα προσέξεις, βλέπεις ότι συνδέονται αρμονικά κι απόλυτα. Το βασικό που τα συνδέει, νομίζω, είναι το κόκκινο χρώμα, που σε άλλα είναι λιγοστό και διακριτικό, σε άλλα περισσότερο και πιο έντονο. Τελικά, όλα συγκλίνουν προς το κέντρο, λες κι ετοιμάζουν μια πύρινη έκρηξη που θα σπάσει την αρμονία. Δεν ξέρω αν έτσι σκοπεύεις να καταλήξεις, όμως εμένα κάτι μου φέρνει στο νου αυτό, κάτι μου λέει... Δεν μπορώ να προσδιορίσω τι ακριβώς...

    Μάνα και γιος. Δυο κόσμοι με κοινή αρχή, δυο όντα με αυτόνομη πορεία στη ζωή άρα και στην τέχνη: Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι δύο πίνακες διαφοροποιούνται ως προς την τεχνοτροπία: ο εξπρεσιονισμός της Κλειώς και ο κυβισμός του Απελλή έχουν κοινό πεδίο συνάντησης: την τέχνη της ζωγραφικής.
    Πώς όμως διαλέγεται η αγάπη της μητέρας με τον ακαθόριστο θυμό του γιου;
    Η συγγραφέας μοιράζεται με τον αναγνώστη ένα απόσταγμα ζωής: «Αχ, τι ασήκωτη γίνεται καμιά φορά η πολλή αγάπη που σου δίνουν οι άλλοι...» σκέφτεται ο Απελλής, καθώς παρατηρεί τον πίνακά του. Την ίδια σκέψη κάνει ακούγοντας τα «Διάφανα κρίνα» να τραγουδούν «ευωδιάζουν αγριοκέρασα οι σιωπές». «Ευωδιάζουν κι αγάπη καμιά φορά, συλλογίστηκε, μια αγάπη ασήκωτη, που το βάρος της σε συνθλίβει, μια αγάπη δεσμευτική που σε κάνει να νιώθεις παγιδευμένος» (σελ. 148).
    Αυτόν το θυμό που υφέρπει μέσα στην ψυχή του αποκαλύπτει ο χρωστήρας του στον πίνακα. Αυτόν το θυμό θα κατονομάσει στον Απελλή και ο φίλος του ο Λάζαρος, αναφερόμενος στην Κλειώ:

... Θα καταλάβει ότι, με την υπερβολική αγάπη που σου έχει, παραβιάζει τα προσωπικά σου όρια, σ’ εμποδίζει να νιώσεις ελεύθερος χωρίς πραγματικά να το θέλει. Πρέπει να το τολμήσεις. Αλλιώς η Κλειώ θα γίνει κλοιός της ζωής σου, που θα σου πνίγει κάθε χαρά. Μέσα σου θα μένει πάντα κρυμμένος ένας θυμός, θυμός για την ίδια σου τη μάνα, παρόλο που την αγαπάς, επειδή σ’ εμπόδισε να κάνεις αυτό που ήθελες. Κι ο θυμός αυτός δηλητήριο σκέτο θα γίνει στο τέλος και για τους δυο σας.

    Θυμός που προκαλείται από τον ασφυκτικό κλοιό της αγάπης. Γι’ αυτό και ο πατριός του ο Τέλης, παρατηρώντας τον πίνακα, θα πει: «Συνήθως το έντονο κόκκινο συμβολίζει αγάπη, μα εδώ δίνει περισσότερο την αίσθηση ταραχής και θυμού... (σελ. 125).
    Η αποκάλυψη της ταυτότητας του Μάικ Τζίσεν θα διώξει για πάντα αυτό το αρνητικό συναίσθημα από την ψυχή του Απελλή, αυτή τη συσσωρευμένη οργή των παιδικών του χρόνων πρώτιστα εναντίον του πατέρα που δεν γνώρισε (σελ. 96) και κατά δεύτερο λόγο εξαιτίας της συναισθηματικής του δέσμευσης με τη μητέρα του. Και αυτή η λύτρωση θα αποτυπωθεί στον τελειωμένο πίνακα:

... Στο κέντρο, δέσποζε τώρα ένα σχήμα πυρίμορφο, κάτι σαν κόκκινη φλόγα. «Πύρινη αγάπη», έτσι θα τ’ ονομάτιζε. Γιατί τώρα ήταν σίγουρος, αγάπη άχνιζε ο πίνακάς του. Τ’ άλλα σχήματα, τα οργισμένα, έδειχναν να λιώνουν κάτω απ’ τη φλόγα. Ο πορφυρός θυμός είχε σβήσει (σελ. 270).

    Η Λ.Π.-Α. ζωντανεύει έναν ολόκληρο κόσμο στους πρόποδες του λόφου του Στρέφη. Ακολουθούμε τα βιώματά της στα Εξάρχεια και τη Νεάπολη, στους χώρους των παιδικών της χρόνων. Η Σμολένσκη και η Μαυρομιχάλη, η Μπενάκη και η Καλλιδρομίου, τα στενά δρομάκια των Εξαρχείων είναι «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας», όπου ο Απελλής συντονίζει το βήμα του μ’ εκείνο της Νιόβης, ο φίλος του ο Λάζαρος έχει το καφενείο του, τα «αξιοθρήνητα “πρεζόνια” κυκλοφορούν σα σκιές».
    Στον κόσμο αυτού του μυθιστορήματος αναδύεται η σχέση του Απελλή και της Νιόβης. Γεννιέται μια φιλία ανάμεσα στον Απελλή και τον πρώην τοξικομανή Λάζαρο, τον οποίο είχε σώσει όταν, εντεκάχρονο παιδί, το έσκασε από το σπίτι του και αρχικά κατέφυγε σε μια σπηλιά στο λόφο του Στρέφη, όπου βρήκε τον Λάζαρο σε κώμα κι έστειλε με το σκυλάκι του ένα μήνυμα για βοήθεια...
    Διαγράφεται η πολύ καλή σχέση του Απελλή με τον πατριό του. Προβάλλεται το θέμα της φιλαναγνωσίας με τρόπο φυσικό και αβίαστο. Γίνεται αναφορά στις μελανές σελίδες του Κυπριακού και στη μάστιγα των ναρκωτικών. Αποτυπώνεται το θέμα των ατόμων με κινητικά προβλήματα στο πρόσωπο του δεκατετράχρονου αδελφού της Νιόβης, του Θεμιστοκλή.
    Ο νεαρός αναγνώστης προβληματίζεται και ευαισθητοποιείται χωρίς ίχνος ηθικοδιδακτισμού. Χαρακτηριστικά είναι «τα δέκα πράγματα που δεν αντέχει με καμία δύναμη» η Νιόβη και για τα οποία συμφωνεί απόλυτα ο Απελλής:

... Κουβέντιασαν λοιπόν για κινηματογράφο, για μουσική, για βιβλία – ό,τι αγαπούσαν περισσότερο κι οι δυο, μετά τη ζωγραφική. Είχαν τα ίδια περίπου γούστα. Του απαρίθμησε ύστερα τα δέκα πράγματα που δεν άντεχε με καμία δύναμη: Τους φαντασμένους και τους «δήθεν»˙ τις γκλαμουριές και τα κυριλέ ντυσίματα˙ τις χαζοκουβέντες με συμμαθητές και συμμαθήτριες για καμώματα τραγουδιστών και αμοιβές ποδοσφαιριστών˙ τους άσχετους με ό,τι πραγματικά σοβαρό συνέβαινε κάτω απ’ τη μύτη τους –ανεργία, τρομοκρατία, βρώμικους πόλεμους, θανάτους από ναρκωτικά, αδιαφορία για τα άτομα με ειδικές ανάγκες κι ένα σωρό άλλα–˙ τις εκνευριστικές υποδείξεις των μεγάλων˙ τις κολακείες˙ τα σαλιγκάρια όπως κι αν ήταν μαγειρεμένα˙ τα μύδια˙ την κόκα-κόλα που έβρισκε τη γεύση της ανυπόφορη˙ τον καπνό του τσιγάρου που της προκαλούσε βήχα και δύσπνοια.

    Το μυθιστόρημα αυτό μοιάζει μ’ έναν πίνακα ζωγραφικής: Η Λ.Π.-Α. μας αφηγείται τη ζωή των ηρώων της στην αυτόνομη διάστασή τους αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, όπως ένας ζωγράφος αποτυπώνει στον πίνακά του μια σύνθεση χρωμάτων και σχημάτων ή μορφών.

Τεχνικές αφήγησης
Η δημιουργική πνοή της Λ.Π.-Α. είναι πραγματικά χειμαρρώδης. Η συγγραφική της εμπειρία όμως και η πειθαρχημένη της σκέψη συνέδραμαν και πάλι, ώστε να αποδοθεί με λόγο πυκνό και ουσιαστικό αυτό το πολυσύνθετο μακροκείμενο. Πολλές και ποικίλες, κατά συνέπεια, και οι αφηγηματικές της τεχνικές. Στην παρούσα εισήγηση θα εστιάσουμε στις κυρίαρχες, οι οποίες συνιστούν και δομικά στοιχεία του μύθου:
(α) Η πρώτη είναι η τεχνική των προώρων ενδείξεων: Η συγγραφέας προϊδεάζει τον αναγνώστη με τις πρόωρες ενδείξεις που ενσπείρει σ’ όλο το μήκος του κειμένου. Η φυγή του Απελλή από το σπίτι σε ηλικία έντεκα ετών, η αποκάλυψη της ταυτότητας του Λάζαρου μεταξύ άλλων, αλλά, κυρίως η σταδιακή ταύτιση του Μάικ Τζίσεν με τον Ζήση Μιχαηλίδη, τον πατέρα του Απελλή, επιτυγχάνεται χάρη σ’ αυτή την τεχνική.
(β) Η δεύτερη τεχνική είναι το κείμενο μέσα στο κείμενο, δηλαδή η σταθερή σύζευξη της ζωής του Απελλή με εκείνη του Πιπ, του ήρωα των Μεγάλων Προσδοκιών του Κ. Ντίκενς. Ο Λάζαρος, σε μια αποστροφή του στον Απελλή, θα παρατηρήσει εύστοχα: «Η Τέχνη αντιγράφει τη ζωή, σου το ’χω ξαναπεί, μα η ζωή δε μοιάζει πάντα με τα βιβλία. Λένε πως τα βιβλία είναι ο καθρέφτης της, μα οι καθρέφτες τα δείχνουν όλα αντεστραμμένα» (σελ. 257).
(γ) Αν οι δύο τεχνικές που προαναφέρθηκαν συνιστούν κοινό τόπο και για άλλους πεζογράφους, η τρίτη αποτελεί σήμα κατατεθέν της Λ.Π.-Α. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μορφή διακειμενικότητας – ως διακειμενικότητα ορίζεται ο διάλογος με κείμενα άλλων συγγραφέων ή ποιητών. Συγκεκριμένα, η Λ.Π.-Α. αποτελεί ίσως τη μόνη περίπτωση συγγραφέα Παιδικής/Νεανικής Λογοτεχνίας που επανεμφανίζει πρόσωπα –ακόμη και ζώα– προηγουμένων βιβλίων της σε διαφορετικής χρονικές στιγμές της ζωής τους. Όλοι θυμόμαστε τον Κέβη, όταν γίνεται αναφορά στον Κέβη τον Β΄. Ο πατριός του Απελλή μάς είναι γνωστός από το Για την άλλη πατρίδα. Ο Απελλής πρωταγωνιστεί στα 11 χρόνια του στο Καναρίνι και μέντα. Την αδελφή του Νεφέλη τη συναντάμε στο Μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη. Αυτές οι διακειμενικές αναφορές είναι απλώς ενδεικτικές της τεχνικής που χρησιμοποιεί η Λ.Π.-Α., θυμίζοντας το αρχείο ηρώων που τηρούσε με ευλάβεια ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ.
(δ) Τέλος, το συγκεκριμένο λογοτέχνημα χαρακτηρίζεται και από την τεχνική της συναισθησίας: Οι ήρωές του εκφράζουν τα συναισθήματά τους μέσω των χρωμάτων, των μορφών, των σχημάτων ή των μουσικών ήχων. Έτσι, η μητρική αγάπη αποδίδεται από τον χρωστήρα της Κλειώς, ενώ ο υιικός θυμός προβάλλεται στις αποχρώσεις του κόκκινου, ώσπου να μετασχηματιστεί με τη σειρά του σε «πύρινη αγάπη».
    Η προβολή των συναισθημάτων όμως γίνεται και στη μουσική υπόκρουση, που συνοδεύει την ανάγνωση του βιβλίου: Η νεανική ένταση του συγκροτήματος «Διάφανα κρίνα» και η οπερική φωνή της ΄Εμμα Σάπλιν συνιστούν επίσης εφαρμογή της τεχνικής της συναισθησίας.

Επίλογος

Κάπου εδώ τελειώνει περιδιάβασή μας στον Κόκκινο θυμό, που μεταβλήθηκε σε «πύρινη αγάπη» χάρη στη δημιουργό του. Κι αυτό γιατί η αγωνιστική διάθεση για τη ζωή και η αισιοδοξία που διακρίνουν τη Λ.Π.-Α. ερείδονται πάνω στη βαθιά πίστη της στον άνθρωπο. Οι διαπροσωπικές σχέσεις συνιστούν βασικό σημείο αναφοράς στα λογοτεχνήματά της. «Δενόμαστε» με τους ήρωες που δημιουργεί, όχι μόνον επειδή είναι «παλιοί» μας γνώριμοι, αλλά επειδή πάλλονται από συναισθήματα, δοκιμάζονται από αδυναμίες, αμφιβάλλουν, αγωνίζονται. Με άλλα λόγια εξελίσσονται ως προσωπικότητες, προχωρούν στην αυτογνωσία τους.
Διαβάζοντας και αυτό το κείμενο της Λ.Π.-Α. μάς έρχονται στο νου τα λόγια του Πικάσο, που η ίδια μνημονεύει: «όταν τραβώ μια γραμμή, θέλω να νιώθω ότι έχει μέσα της αίμα» (σελ.197). Κάθε σειρά που γράφει νιώθουμε ότι έχει μέσα της αίμα. Αίμα που κυλάει ζεστό στις φλέβες της από την αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους που απλόχερα μοιράζεται μαζί μας με κάθε βιβλίο που γράφει….




Β.Δ. Αναγνωστόπουλος,Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας:

Σκέψεις για τη λογοτεχνία με αφορμή τα μυθιστορήματα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου «Καναρίνι και μέντα» και «Ο κόκκινος θυμός».
[…]
ΙΙ. α. Πιστεύω ότι το καλό μυθιστόρημα αφήνει με το τέλος της ανάγνωσης στην ψυχή του αναγνώστη ένα βαθύ αίσθημα πληρότητας, μια βαθιά ικανοποίηση και υψηλή συγκίνηση. Είναι ακόμα μια πλημμύρα χαράς για την αποκατάσταση της ηθικής τάξης στον κόσμο της ιστορίας, όπως συμβαίνει στην τραγωδία αλλά και στο παραμύθι. Είναι εύλογο ο αναγνώστης να γίνεται κομμάτι της ιστορίας με τις σφοδρές συγκρούσεις και τις περιπέτειες των μυθιστορηματικών προσώπων, ν’ ακολουθεί τα βήματά τους και ν’ ανησυχεί για την τύχη τους. Θα ’λεγα ότι στο παιχνίδι αυτό της περιπέτειας, που στήνει (και γνωρίζει εκ των προτέρων) ο παντογνώστης συγγραφέας, ο αναγνώστης δεν είναι απλά παρατηρητής αλλά συμπάσχει με τους «παίχτες» και λυτρώνεται μαζί τους. Αυτή την «των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν» ένιωσα στο μυθιστόρημα «Ο κόκκινος θυμός». Στο τέλος επέρχεται η νηνεμία όπως μετά από μια θαλασσοθύελλα η ηρεμία ή μετά από έναν βαρύ χειμώνα η άνοιξη. Είναι η αλάνθαστη συνταγή του λαϊκού παραμυθιού: σε παίρνει με την ιστορία του και σε απογειώνει και ύστερα από πολλά μικρά και μεγάλα εμπόδια σε επαναφέρει στη γη δημιουργώντας ένα αίσθημα ανακούφισης, ασφάλειας και ισορροπίας.
β. Η Πέτροβιτς μένει πιστή, χωρίς παρεκκλίσεις, σε ορισμένες αρχές που εφαρμόζει στην Τέχνη της όχι μόνο της αφήγησης αλλά και γενικότερα της τεχνικής. Έχω διαβάσει όλα τα μυθιστορήματά της και παρακολουθώ με ενδιαφέρον την τύχη των ηρώων και των ηρωίδων της από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα. Έτσι, νομίζω, αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον αναγνώστη και τον ήρωα. Βλέπει πώς εξελίσσεται μέσα από καινούρια δεδομένα, πώς αντιμετωπίζει τις δυσκολίες, πώς ωριμάζει, πώς αντιδρά κτλ. Λ.χ. ο δεκαεφτάχρονος Απελλής είναι πρωταγωνιστής στον «Κόκκινο θυμό» αλλά και στο προηγούμενο βιβλίο, «Καναρίνι και μέντα», όταν ήταν 11 χρόνων. Τον συναντάμε, επίσης, στα βιβλία «Ποιος θα γράψει για το σκύλο μας;», «Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη» και «Τα τέρατα του λόφου». Άλλωστε όλο το μυθιστορηματικό σύμπαν της Πέτροβιτς δομείται (και γεννάται) μέσα στον ιστό εφτά οικογενειών που συνδέονται με δεσμούς οικογενειακούς ή φιλίας και καλύπτουν χρονικά όλον τον 20ό αιώνα, από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο έως τις ημέρες μας. Και είναι φυσικό τα θέματα των μυθιστορημάτων της να είναι διαχρονικά και σύγχρονα, όπως ειρήνη και πόλεμος, κατοχή, αντίσταση, προσφυγιά, μετανάστευση, εφηβεία, ναρκωτικά, διαζύγιο, ρατσισμός, κοινωνικές συγκρούσεις κ.ά. Θεωρώ, επίσης, πολύ έξυπνη την ιδέα να δοθούν στο τέλος του βιβλίου πληροφορίες για τα μυθιστορήματα και κυρίως για τους ήρωές τους και πώς και πού διαπλέκονται στις ιστορίες. Τέλος, πιστεύω ότι θα μπορούσε να γίνει σε επίπεδο διατριβής μελέτη φιλολογική για το συνολικό corpus αυτών των μυθιστορημάτων.
γ. Η επιτυχία ενός λογοτεχνικού κειμένου εξαρτάται εν πολλοίς από την τεχνική του, τις τεχνικές μεθόδους αφήγησης, που ποικίλλουν από συγγραφέα σε συγγραφέα. Θα επισημάνω ορισμένες τέτοιες τεχνικές στο μυθιστόρημα «Ο κόκκινος θυμός».
1.    Ο τίτλος, αίφνης, μας δίνει στοιχεία λειτουργικά, το χρώμα και το συναίσθημα, εικόνα και ψυχολογία, δίνει την εντύπωση του πίνακα. Αυτό συνδέεται οργανικά με την ιστορία, αφού ο Απελλής στους πίνακες που ζωγραφίζει βγάζει πολύ θυμό χρησιμοποιώντας το κόκκινο χρώμα. Θυμό για τον φυσικό πατέρα του που εγκατέλειψε τη μητέρα του, την Κλειώ, και τον ίδιο και τώρα ζει σε νέα οικογένεια, με τον Τέλη (πατριό) και τη Νεφέλη (ετεροθαλή αδελφή).
2.    Παραμονές Χριστουγέννων τα πράγματα αλλάζουν πλοκή. Εμφανίζεται στον ορίζοντα των σπουδαστικών προσδοκιών του Απελλή ο «μάγος» τεχνοκριτικός Τζίσεν, Ελληνοκαναδός και του προσφέρει υποτροφία για σπουδές στο Μόντρεαλ. Ποιος όμως είναι αυτός ο απροσδόκητος Τζίσεν; Ο Απελλής, που προετοιμάζεται για το Πολυτεχνείο, προβληματίζεται σοβαρά με την άρνηση της μητέρας του (για τον Τζίσεν). Βρίσκουν κάποια στοιχεία για τον «μάγο» στο ίντερνετ, αλλά παραμένει βαθύτερο μυστήριο η ταυτότητά του. Και αυτή η τρόπον τινά αστυνομικής υφής υποψία διαβρέχει όλη την ιστορία και, φυσικά, προσθέτει αναγνωστικό ενδιαφέρον και σασπένς.
3.    Αν ήθελα να ξεχωρίσω δύο ιστορίες εγκιβωτισμένες στο πλαίσιο του βασικού μύθου, θα διάλεγα του Απελλή και του Λάζαρου. Με πολλή σοφία εδώ παρακολουθούμε δυο διαφορετικές ιστορίες προσώπων που όμως οι δρόμοι τους συναντήθηκαν τυχαία, πριν από 7 χρόνια περίπου, στο βιβλίο «Καναρίνι και μέντα» και τώρα συναντώνται στο «Στέκι», στα Εξάρχεια. Ιδιαίτερα η ιστορία του Λάζαρου είναι συγκλονιστική, αναφερόμενη στον τραυματισμό του κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974.
4.    Είναι επιτυχημένο εύρημα να χρησιμοποιηθεί, τρόπον τινά, ως καμβάς της ιστορίας του Απελλή το μυθιστόρημα του Ντίκενς «Οι μεγάλες προσδοκίες». Άλλωστε η Πέτροβιτς έχει συνηθίσει να προπαγανδίζει τεχνηέντως το βιβλίο μέσα στα βιβλία της, όπως λ.χ. στο «Γιούσουρι στην τσέπη» τον Καρκαβίτσα ή στο «Καναρίνι και μέντα» τον Παπαδιαμάντη κ.ά.
5.    Πέρα από το κεντρικό θέμα του βιβλίου, που είναι η μεγάλη απόφαση των νέων για το επαγγελματικό τους μέλλον και επί του προκειμένου η απόφαση του Απελλή αν θα δώσει εξετάσεις στο Πολυτεχνείο ή θα ακολουθήσει τη ζωγραφική, συναντούμε και άλλα ενδιαφέροντα θέματα, όπως είναι οι συζητήσεις γύρω από την τέχνη, τη ζωγραφική, τη μουσική, αλλά και για τα βότανα, την παραολυμπιάδα του 2004, τα ναρκωτικά κ.ά.
6.    Το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα είναι το χριστουγεννιάτικο δωδεκαήμερο από 23 Δεκεμβρίου ως 4 Ιανουαρίου με φλας μπακ στην εισβολή του ’74, στη δεκαετία του ’90, στο Λήδειο ίδρυμα κτλ. Ο χώρος είναι κυρίως τα Εξάρχεια κι ο λόφος του Στρέφη (ας σημειωθεί ότι εδώ η συγγραφέας πέρασε τα παιδικά της χρόνια). Επίσης η Κύπρος (Λευκωσία), Ευρώπη (Παρίσι) κ.ά.
7.    Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη αλλά και πρωτοπρόσωπη στους πλούσιους διαλόγους και ενισχύεται με διάφορα μέσα, όπως οι επιστολές, οι συνεντεύξεις σε εφημερίδες, το λεξικό ζωγράφων, το ίντερνετ, cd κ.ά.
8.    Τέλος, η ικανότητα του συγγραφέα φαίνεται από το πόσο και πώς μπορεί να τιθασεύσει το υλικό που έχει στη διάθεσή του. «Ο κόκκινος θυμός» είναι έργο υποδειγματικό και στη δομή και στη «λύση» μιας πολυπρόσωπης και πολυεπίπεδης μυθιστορίας, με αιφνιδιασμούς και ανατροπές.
δ. Άλλο στοιχείο που προσθέτει βάθος και ποιότητα στο λόγο είναι η ιδεολογία, το σύστημα των ιδεών που διαπερνούν φανερά ή υπόγεια το έργο. Η ποιότητα των ιδεών κρίνεται από την ικανότητα του συγγραφέα να αξιοποιήσει λογοτεχνικά τις δικές του ιδέες αλλά και άλλων. Ο κίνδυνος ελλοχεύει πάντοτε στην υπερβολική χρήση απόψεων και θέσεων ή στην ανεπίκαιρη και αναιτιολόγητη χρήση. Στον «Κόκκινο θυμό» υπάρχει αυτή η ποιότητα των ιδεών με μια διάθεση γνωμολογική –όχι η εκζήτηση– και εκπηγάζει από μια ευρύτερη κουλτούρα σχετικά με το βιβλίο και την τέχνη. Είναι διάχυτο το πνεύμα της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης, του σεβασμού στον άνθρωπο και ιδιαίτερα στον «πληγωμένο», του διαλόγου, της δημοκρατικής συμπεριφοράς, της πίστης και του καθημερινού αγώνα, της τέχνης κτλ. Είναι φυσική λοιπόν η επίκληση κάποιων σοφών λόγων, όπως:
-    Μείνε ακίνητος και κάνε το μήλο, του Σεζάν (σ. 66)
-    Όταν ο Θεός κλείνει μια πόρτα, ανοίγει ένα παράθυρο (σ. 86)
-    Τύχη είναι το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί ο Θεός όπου δε θέλει να βάλει την υπογραφή του (σ. 106)
-    Η τέχνη δεν έχει πατρίδα, όμως οι δημιουργοί κι όσοι ασχολούνται μ’ αυτήν έχουν (σ. 161)
-    Για τα δάκρυά μας δεν υπάρχει λόγος να νιώθουμε ντροπή. Είναι βροχή τα δάκρυα πάνω στη σκόνη που σηκώνεται απ’ την καρδιά μας, Ντίκενς (σ. 170)
-    Όταν τραβώ μια γραμμή, θέλω να νιώθω ότι έχει μέσα της αίμα, Πικάσο (σ. 197)
-    Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα, Ελύτης (σ. 211)
ε. Με τη λογοτεχνία, λέει ο Ουμπέρτο Έκο, ζούμε περισσότερο και περισσότερα, εννοώντας ότι μας δίνεται η ευκαιρία, μέσα από τη δράση και τις περιπέτειες των ηρώων, να γνωρίσουμε και να «ζήσουμε» και άλλες άγνωστες πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Η αναγνωστική αυτή πράξη διευρύνει και βαθαίνει τη γνώση και το συναίσθημα, αυξάνει τον πλούτο της ψυχής και καλλιεργεί κατά πολλούς τρόπους τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου. Ένα κοινωνικό λ.χ. μυθιστόρημα, όπως «Ο κόκκινος θυμός» μας κάνει κοινωνούς σε φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας ή προβλήματα που ενδεχομένως να μη μας έχουν απασχολήσει πριν. Γιατί, οφείλουμε να τονίσουμε, το σύγχρονο μυθιστόρημα, πέρα από την άλλη λειτουργία και προσφορά του, έχει ρόλο τρόπον τινά διαφωτιστή, διαφωτίζει τον αναγνώστη σε θέματα ιστορικά, κοινωνικά κτλ. Έτσι ερμηνεύεται και η άνθηση του ιστορικού και κοινωνικού μυθιστορήματος τις τελευταίες δύο δεκαετίες και η μεγάλη απήχηση που έχουν στο αναγνωστικό κοινό. Άλλωστε ένα καλό μυθιστόρημα ανταμείβει κάθε αναγνώστη, μοιράζει το αντίδωρο της χαράς και της γνώσης απλόχερα, όπως μοιράζει το αντίδωρο ο παπάς στην εκκλησία σε όλους τους εκκλησιαζόμενους. Έχω τη βεβαιότητα ότι το μυθιστόρημα «Ο κόκκινος θυμός» της Λότης Πέτροβιτς είναι γαλαντόμο στα αντίδωρα προς τους αναγνώστες. Διαθέτει λογοτεχνική γραφή, ώριμο λόγο, ενδιαφέρον θέμα, άριστη τεχνική και προπάντων πλούσιο ιδεολογικό κόσμο. Και απευθύνεται προς όλους τους αναγνώστες.

Διακρίσεις

  • ΒΡΑΒΕΙΟ Ελληνικής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων

Σχόλια

Το βιβλίο αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου.

"Ο κόκκινος θυμός" είναι ένα από τα πολλά αριστουργήματα της κ. Πέτροβιτς. Όσες φορές και να το διαβάσω το ενδιαφέρον μου παραμένει αμείωτο. Απλά εξαίσιο!!! Τα κοινωνικά φαινόμενα τα οποία θίγονται στο βιβλίο σε συνδυασμό με τα ιστορικά γεγονότα που περιγράφονται προσδίδουν ενδιαφέρον και αγωνία ενώ το μεγάλο ταλέντο του πρωταγωνιστή στη ζωγραφική και οι αμφιταλαντεύσεις του για το επαγγελματικό του μέλλον μας δείχνουν μια άλλη πλευρά του πρωταγωνιστή. Αυτό επιτυγχάνεται και με αναδρομές στο παρελθόν.